ΧΩΡΑ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ

Συνέντευξη του Σύλλα Τζουμέρκα για τη Χώρα Προέλευσης στο περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ και τη Φαίδρα Βόκαλη.

Η οικογένεια.

Χρησιμοποίησα την οικογένεια σαν μικρογραφία του τόπου. Προσπάθησα δηλαδή να δούμε πώς τα ψέματα, οι απογοητεύσεις, η εξαπάτηση, η τρομοκρατία και η βία που υπάρχουν στην οικογένεια είναι σε ευθεία ταύτιση με τα αντίστοιχα φαινόμενα στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία 20 χρόνια. Το ενδιαφέρον είναι ότι στην Ελλάδα όλα αυτά ήταν κρυμμένα – τόσο σε επίπεδο χώρας όσο και σε επίπεδο οικογένειας. Η δική μας γενιά υποτίθεται ότι έχει ζήσει μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία τη δεκαετία του 1980 και του 1990 μέσα στη μεταπολίτευση, σε όλο αυτό το γνωστό πανηγύρι. Τα πράγματα φυσικά δεν είναι έτσι – ποτέ δεν ήταν – και αυτό αποδεικνύεται ιστορικά από όσα συμβαίνουν εδώ τα τελευταία τρία χρόνια. Αυτός ήταν κατά κάποιον τρόπο ο στόχος μας. Αυτό που είδαμε και ζήσαμε να το μεταφέρουμε στην οθόνη. Και δεν νομίζω ότι είναι μόνο οι ελληνικές ταινίες που επιλέγουν σαν αφετηρία την οικογένεια. Σε όλη τη διάρκεια του σινεμά, υπήρξαν ταινίες που με αυτό το κέντρο βέρους κατάφεραν να μιλήσουν με ευστοχία για το τι είναι ο καθένας μας, για το ποια είναι η ζωή μας. Η οικογένεια είναι δομικό χαρακτηριστικό μας, επομένως δεν μπορείς να το αποφύγεις θεματικά, κατά κάποιο τρόπο γυρνάς πίσω. Αυτό που αλλάζει τώρα είναι ότι για πολλά χρόνια κοιτάζαμε το παρελθόν με νοσταλγία, με όλη αυτή την ανοησία που επιτάσσει την ευτυχισμένη παιδική ηλικία. Αυτό δεν γίνεται πια – σίγουρα όχι στην ελληνική κινηματογραφία. Οι Ωραίες Μέρες πέρασαν, ο λόφος έχει ανέβει ανεπιστρεπτί.

Η μεταπολίτευση.

Η γενιά του ’50 είναι μια πολύ περίεργη γενιά. Είναι αυτή των παππούδων μας και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι υπέστη μια τρομερή πατροκτονία – δίκαιη σε μεγάλη βαθμό. Νομίζω όμως ότι κρατάει ακόμη κάποια μυστικά και με έναν τέτοιο τρόπο προσπαθήσαμε να την προσεγγίσουμε. Δεν είναι μια γενιά την οποία μπορούμε να ξέρουμε πάρα πολύ καλά, αλλά γνωρίζουμε ότι μας έχει δώσει αγάπη. Από εκεί και πέρα το κύριο βάρος πέφτει στη γενιά της μεταπολίτευσης, γιατί αυτή έκανε τη δική της επανάσταση και στη συνέχεια αντιστάθηκε μέχρι τελικής πτώσεως στην επόμενη. Η οπτική γωνία που χρησιμοποιείται είναι στην ουσία αυτή των παιδιών. Η ταινία είναι ιδωμένη μέσα από τα δικά τους μάτια, επομένως και η γνώση μπορεί να φτάνει μέχρι ένα συγκεκριμένο σημείο. Δεν μαθαίνουμε δηλαδή περισσότερα από αυτά που θα ήξεραν οι ίδιοι.

Ο εθνικός ύμνος.

Φυσικά και φοβηθήκαμε να χρησιμοποιήσουμε τον εθνικό ύμνο, ακόμη φοβόμαστε. Αλλά η δική μας γενιά πρέπει να αρθρώσει λόγο για τα μεγάλα κείμενα, είναι επιτακτικό. Όπως λένε στη λογοτεχνία, κάθε γενιά πρέπει να δώσει τη δική της μετάφραση σε ένα μεγάλο έργο. Ο λόγος που στραφήκαμε στον Ύμνο εις την Ελευθερία του Σολωμού είναι ότι εκτός από τις δύο στροφές που γνωρίζουμε όλοι και είναι δοξαστικού χαρακτήρα, το ποίημα αυτό είναι από τα πιο μαύρα, απελπισμένα και βίαια κείμενα που έχουν γραφτεί ποτέ. Είναι τρομερά υψηλού ρομαντισμού, περιέχει απίστευτη βία και απελπισία και μιλάει για όσα πραγματεύεται με έναν εξαιρετικά σκληρό τρόπο. Ίσως είναι από τα πιο σκληρά κείμενα που υπάρχουν, είναι σίγουρα ένα από τα πιο σκληρά λογοτεχνικά κείμενα που έχω διαβάσει και ξέρω. Ο τρόπος που μιλάει για την ελευθερία, για την διχόνοια, για την ίδια την ύπαρξη, ο στίχος ένα χέρι εχτύπαε τ’ άλλο από την απελπισιά είναι από τα πιο σκληρά πράγματα που έχουν γραφτεί – και αυτό είναι κάτι που δεν διδάσκεται.

Η σχολική αίθουσα.

Όταν παρουσιάζεις στην ταινία μια τάξη, είναι προφανές ότι μπορεί να κατηγορηθείς για διδακτισμό. Νομίζω όμως ότι αφενός έχει πολύ χιούμορ αυτή η σκηνή και αφετέρου δεν την αντιμετώπισα με φόβο. Καταρχήν, ο διδακτισμός δεν είναι απαραίτητα κακός, ο Κλιντ Ίστγουντ για παράδειγμα είναι ένας διδακτικός και ταυτόχρονα πολύ σπουδαίος σκηνοθέτης. Από κει και πέρα, ο λόγος που δεν φοβήθηκα είναι ότι βρήκαμε έναν τρόπο να γυριστεί αυτό που φανταζόμασταν και νομίζω ότι ήταν το πιο ενδιαφέρον γύρισμα της ταινίας. Βρεθήκαμε σε μια πραγματική τάξη με τα παιδιά ενός γυμνασίου, στα οποία εγώ είχα πει ελάχιστα πράγματα. Με την Αμαλία Μουτούση, που έπαιξε τη Στέλλα, την καθηγήτρια, δουλεύαμε αυτοσχεδιαστικά για ένα εξάμηνο, ως εξής: εγώ είχα τον ρόλο των μαθητών, κάνοντας κάθε είδους πηθανές ερωτήσεις και η Αμαλία προσπαθούσε να βρει τρόπο να απαντήσει και ταυτόχρονα να βρει τρόπο να περάσει μερικά δραματουργικά κομβικά σημεία και του ποιήματος και του σεναρίου. Στη συνέχεια, βρεθήκαμε στην τάξη κι εκεί κάναμε τέσσερις 20λεπτες λήψεις που ήταν πολύ επίπονες για τους οπερατέρ. Σε αυτές λοιπόν συνέβη ό,τι θα συνέβαινε και σε μια τάξη. Αυτό το κομμάτι της ταινίας είναι εντελώς ντοκιμαντερίστικο, αφού η Αμαλία απλά φρόντιζε να περνά από τα σημεία που έπρεπε, να δοθούν οι αφορμές και να δημιουργηθεί το κλίμα που θα επέτρεπε στους μαθητές να εκφραστούν ελεύθερα. Το παιδί που λέει έκλαιγαν οι άνθρωποι γιατί δεν είχαν την ελευθερία τους δεν διαβάζει σενάριο, μιλάει εκείνο. Εμείς απλά φτιάξαμε το έδαφος για να ξεδιπλωθεί όλο αυτό. Και φυσικά χρειάζεται μια ηθοποιός σαν την Αμαλία Μουτούση, που να μπορεί να φέρει μια τέτοια αποστολή εις πέρας.

Η εξουσία.

Έχουμε ενσωματώσει στην ταινία αρχειακό υλικό από διάφορες φάσεις της νεότερης ιστορίας. Πορείες και διαδηλώσεις, άλλες ειρηνικές, άλλες όχι. Αν κάποιος δει στις εικόνες περισσότερο την κρατική καταστολή, σημαίνει ότι αυτό άγγιξε περισσότερο τον συγκεκριμένο θεατή. Εμείς αυτό που κάναμε ήταν να δείξουμε την εικόνα από όλες τις πλευρές. Από εκεί και πέρα, η βία υπάρχει: είναι στον δρόμο, στο κράτος, στην οικογένεια. Δική μου δουλειά δεν είναι να λέω ποια βία είναι καλή και ποια όχι.

Η μεσαία τάξη.

Με ενδιαφέρει η μεσαία τάξη, οι μικροαστοί προς τα πάνω και προς τα κάτω γιατί από αυτήν προέρχομαι, σε αυτήν ανήκω και αυτούς ξέρω. Είναι η συντριπτική πλειοψηφία της χώρας. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον να ασχοληθούμε με τον μηχανισμό αυτής της ομάδας και να την βάλουμε κατά κάποιο τρόπο στο κέντρο. Στο Stella Adler studio λέγαν πως μπορείς να κάνεις οποιαδήποτε παράβαση στην υποκριτική, πέρα από αυτή της κοινωνικής τάξης. Η νοοτροπία αυτή είναι πολύ αμερικάνικη και ρώσικη, αλλά πιστεύω ότι είναι βαθιά αληθινή. Σαν αποτέλεσμα αυτό έχει μια συνέπεια στις ερμηνείες, στο σενάριο και φέρνει την κοινωνική τάξη μπροστά. Το τελευταίο έχει τεράστια σημασία. Και πολύ μεγαλύτερη σε μια χώρα που κρύβει τις κοινωνικές τάξεις λυσσαλέα, αφού ο αγώνας της τελευταίας ειοκασαετίας είναι να επικρατήσει το ψέμα ότι αυτές δεν υπάρχουν, ότι συμβαίνει το αντίθετο. Γενικά έχουμε μια κουλτούρα ψεύδους και ντροπής σε σχέση με την τάξη.

Αθήνα, Σεπτέμβριος 2010. Περισσότερα στο περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ #218