2 loves / 2 έρωτες

Ulrich Seidl / Two Loves: Animal Love – Jesus, You Know

The game is called entitlement by doctors, and it is played on two planes. In the first, people have animals. In the second, people pray to become the animals of God. In the first case, the tool is all the petting, the slaps, the canes, the leashes, the muzzles, the cages, the cozy cat beds, the All You Should Know About Your Dog books, Friskies and leftovers. In the second case, the tool is the possible appearance of Grace. (And we are in an Inner Sanctum – because those who know about such things say that this is how we love.)

In Animal Love, the owners turn their animals into friends, companions, toys, lovers, brothers, children (“Sit!”, “Stand!”), students (“Sit!”, “Stand!”), an audience, private nurses, whores (the bunny in the metro that you can pet for 10 shillings), Spartacuses (if you take my bone while I’m eating I’ll bite you), fields for the exercise of international charity (the 17 dogs, victims of trafficking, stolen by a lady from Corfu and locked in her apartment in …burg). The animals are judged according to their degree of progress and their efficacy at their basic job (that is, the reason for which they are being fed): to love silently, to be silent witnesses to all their owner’s idiosyncrasies, to generally do as they are told, and from time to time to take some successful (that is, amusing) initiative – otherwise they are boring. Animals are warm (they are alive), they have fur (which also warms whatever they touch), and they don’t talk. Also, aside from running, making messes, eating and reproducing, they love us. When we are stronger than them and they like us and need us (dogs, cats, rabbits), we love them and constantly evaluate them (as spouses, big brothers or pimps). If they are stronger than us and don’t have any particular affection for us (lions, wolves, bears), we admire them from afar and consider them an adventure. In both cases, the reason we fall in love with them is that they are stubbornly foreign, (that is, alien) and we can have that particular relationship with them.

God is foreign in this way. And he also can’t be seen. So we close our eyes and imagine that we are wrapped warmly in God’s hide. Or even better, that God loves us and needs us so much that he wraps himself with our soft fur. We say Jesus, You Know and cry, we tell Him we’re hungry for this, we’re hungry for that, that we will do something bad, that we have done something bad, that we suffered or will suffer, we promise (I’ll do this for you, I’ll do that for you), we ask for luck, we ask for help, enlightenment, we ask Him to judge us, to punish us, to help us, to use us, to steal us from here and take us somewhere else, to act in whatever way: by petting, slapping, caning, leashing, muzzling, caging, using cat beds, how-to guides, Friskies and leftovers. That is, to love us as a Powerful Other, as we, us Powerful Others love our animals. And Grace, that lawless Unknown Event, either is congruent with our desire (which then comforts us) or it is not (then we believe that our Powerful Other must have a plan, or we rise up against him and growl with all our might).

All these things happen. Animals either obey or rebel. God either answers or is indifferent (you never know which one). And other, darker things happen as well, things freer from pattern: the cleaning of Christ’s statue with a dust cloth, the movement of a head that escapes the grim staging of a choir, an animal’s desperate attempts to piss in the snow while being dragged by a leash, sadness, or finally running free on the lawn of a housing estate. Or that when you die no one will mourn you except your animal. Or that you can be saved from a shipwreck because you were swallowed by a whale and then spat out an island.

No one has demonstrated these two loves, the relationship of man to his God and the relationship of man to his Animal, as Seidl has in these two films. Because he spoke in the language which “deviating not only from power but also its mechanisms (science, art, knowledge, etc.), dragged by its own momentum, outside of time and the fundamental restrictions of the herd, has no choice but to become the site, however exiguous, of an affirmation.

And as in all of Seidl’s films, in both Animal Love and in Jesus, You Know, any human action has the same importance as the love of people for anything dead: the bells and whistles, the lace doilies (for homes, churches, etc.), the ping pong tables, the picture frames, the sofas and exercise machines, the conspicuously well-made beds, the duvets and wallpapers, the sun screens, the smart-ass advertising signs, the ash trays and beers, the carpets and detergents, Eurovision and the ironing boards.

P.S. I am very happy that at least in Greece, the prayer of the first lady who speaks in Jesus You Know was answered, and the presenters of “human content” shows (Mikroutsikos, Ragiou, et al.), which were so much in fashion during the last decade, have now been eclipsed and as Fallen TV-Stars can now be definitely consigned to the category of Corps Sacrifiés. Unfortunately, I don’t know what happened to their producers, for whom this lady also prayed and asked God to send them enlightenment so they would stop creating these shows which make so many households so unbelievably miserable.

Αυτό το παιχνίδι οι γιατροί το λένε δικαιωματικότητα και εδώ έχει δυο πίστες. Στην πρώτη, άνθρωποι έχουν ζώα. Στη δεύτερη, άνθρωποι προσεύχονται να γίνουν τα ζώα του Θεού. Το εργαλείο στην πρώτη περίπτωση είναι όλα τα χαϊδέματα, οι μπάτσες, τα ραβδιά, τα λουριά, τα φίμωτρα, τα κλουβιά, τα ζεστά κουτιά, οι οδηγοί Όλα όσα πρέπει να ξέρετε για τον σκύλο σας, τα Friskies και τα αποφάγια. Το εργαλείο στη δεύτερη, είναι η πιθανή εμφάνιση της Χάρης. (Και είμαστε σε άδυτο – γιατί, όσοι ξέρουν απ’ αυτά, λένε ότι έτσι αγαπάμε.)

Στο Animal Love, οι ιδιοκτήτες κάνουν τα ζώα φίλους, σύντροφους, παιχνίδια, εραστές, αδελφούς, παιδιά («Κάτσε!, Σήκω!»), μαθητές («Κάτσε! Σήκω!»), ακροατήριο, αποκλειστικές νοσοκόμες, πόρνες (το λαγουδάκι που για να το χαϊδέψεις στο μετρό πρέπει να δώσεις 10 σελίνια), Σπάρτακους (αν μου πάρεις το κόκαλο την ώρα που τρώω θα σε δαγκώσω), πεδία εξάσκησης διακρατικής φιλευσπλαχνίας (τα 17 σκυλιά θύματα trafficking που κλέβει μια κυρία από την Κέρκυρα και τα κλειδώνει στο διαμέρισμά της στο —burg). Τα ζώα κρίνονται με βάση το βαθμό προόδου τους και την αποτελεσματικότητά τους στη βασική τους δουλειά (στο λόγο δηλαδή για τον οποίο ταΐζονται): να αγαπούν σιωπηλά, να είναι οι σιωπηλοί μάρτυρες σε όλες τις ιδιαιτερότητες του ιδιοκτήτη, να κάνουν γενικά αυτό που τους λέει, και πού και πού να παίρνουν κάποια πετυχημένη (δηλαδή διασκεδαστική) πρωτοβουλία – αλλιώς είναι βαρετά. Τα ζώα είναι ζεστά (ζουν), έχουν τρίχωμα (που ζεσταίνει και ό,τι αγγίζουν), και δεν μιλάνε. Επίσης, εκτός από το να τρέχουν, να κάνουν αταξίες, να τρώνε και να αναπαράγονται, μας αγαπούν. Εμείς, όταν είμαστε δυνατότεροι και εκείνα μας συμπαθούν και μας χρειάζονται (σκυλιά, γάτες, λαγοί) τα αγαπούμε και τα κρίνουμε ασταμάτητα (σαν σύζυγοι, γονείς, μεγάλοι αδελφοί ή νταβατζήδες). Αν είναι δυνατότερα και δεν μας έχουν ιδιαίτερη συμπάθεια (λιοντάρια, λύκοι, αρκούδες) τα θαυμάζουμε από μακριά και τα θεωρούμε περιπέτεια. Και στις δύο περιπτώσεις ο λόγος που τα ερωτευόμαστε είναι ότι είναι πεισματικά ξένα (δηλαδή απόξενα) και μπορούμε να έχουμε μαζί τους αυτή τη σχέση.

Έτσι Ξένος είναι κι ο Θεός. Και επίσης, δεν φαίνεται. Κλείνουμε λοιπόν τα μάτια και φανταζόμαστε ότι είμαστε ζεστά τυλιγμένοι με το τομάρι του Θεού. Ή ακόμα καλύτερα ότι ο Θεός μας αγαπάει και μας χρειάζεται τόσο πολύ που τυλίγεται με το δικό μας ζεστό τρίχωμα. Λέμε Jesus, You Know και Του κλαίμε, Του λέμε ότι πεινάμε γι’ αυτό πεινάμε για τ’ άλλο, ότι θα κάνουμε κακό, ότι κάναμε κακό, ότι πονέσαμε ή θα υποφέρουμε, τάζουμε (θα Σου κάνω αυτό, θα Σου κάνω το άλλο), ζητάμε Τύχη, ζητάμε βοήθεια, φώτιση, ζητάμε να μας κρίνει, να μας τιμωρήσει, να μας βοηθήσει, να μας χρησιμοποιήσει, να μας κλέψει από δω και να μας πάει αλλού, να δράσει με οποιοδήποτε τρόπο: με χαϊδέματα, μπάτσες, ραβδιά, λουριά, φίμωτρα, κλουβιά, ζεστά κουτιά, οδηγούς, friskies και αποφάγια. Δηλαδή να μας αγαπήσει ως Ισχυρός Ξένος όπως εμείς ως Ισχυροί Ξένοι αγαπάμε τα ζώα μας. Και η Χάρη, το άναρχο Άγνωστο Γεγονός, είτε συγχρονίζεται με την επιθυμία μας (τότε παρηγορούμαστε) είτε όχι (τότε θεωρούμε ότι κάποιο σχέδιο θα έχει ο Ισχυρός μας Ξένος ή σηκωνόμαστε απάνω και του γρυλίζουμε με όλη μας τη δύναμη).

Όλα αυτά συμβαίνουν. Τα ζώα πειθαρχούν ή εξεγείρονται. Ο Θεός απαντά ή αδιαφορεί (ποτέ δεν ξέρεις τι απ’ τα δύο). Και μαζί συμβαίνουν και κάποια άλλα πιο σκοτεινά, δηλαδή πιο ελεύθερα μηχανισμού: ο καθαρισμός του αγάλματος του Χριστού με ένα βετέξ, μια κίνηση κεφαλιού που ξεφεύγει από το βλοσυρό στήσιμο μιας χορωδίας, το χοροπήδημα της πατούσας του ζώου που ψάχνει απελπισμένα να κατουρήσει στο χιόνι τραβολογημένο από ένα λουρί, η λύπη ή ένα επιτέλους ελεύθερο τρέξιμο στο γκαζόν γύρω από τις εργατικές πολυκατοικίες. Ή ότι όταν πεθάνεις μπορεί να μη σε κλάψει κανένας άλλος παρά μόνο το ζώο σου. Ή να σωθείς απ’ το ναυάγιο επειδή σ’ έφαγε μια φάλαινα και σε ξέρασε σ’ ένα νησί.

Κανείς δεν έχει δείξει αυτούς τους δύο έρωτες, τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό του και τη σχέση του ανθρώπου με το Ζώο του, όπως ο Seidl σ’ αυτές τις δύο ταινίες. Γιατί μίλησε γι’ αυτά με τη γλώσσα που «αφού παρεκκλίνει όχι μόνο από την εξουσία, αλλά και τους μηχανισμούς της (επιστήμες, τέχνες, γνώσεις, κλπ.), συρόμενη από την ίδια της τη δύναμη, ανεπίκαιρη και έξω από τους περιορισμούς της στοιχειώδους αγελαιότητας, δεν έχει πια άλλη επιλογή παρά να αποβεί ο ισχνότατος έστω τόπος μιας κατάφασης».

Και όπως σε όλες τις ταινίες του Seidl, έτσι και στο Animal Love και στο Jesus, You Know, η οποιαδήποτε ανθρώπινη δράση έχει ίση σημασία με την αγάπη των ανθρώπων για ο,τιδήποτε ψόφιο: τα κλαπατσίμπαλα και τα σεμεδάκια (οικιακά, εκκλησιαστικά, κλπ.), τα τραπέζια του πινγκ-πονγκ, τα κάδρα, τους καναπέδες και τα όργανα γυμναστικής, τα επιδεικτικά καλοστρωμένα κρεβάτια, τα παπλώματα και τις ταπετσαρίες, τα αντηλιακά, τις ταμπέλες με τις εξυπνάδες των διαφημισταράδων, τα τασάκια και τις μπύρες, τα χαλάκια και τα απορρυπαντικά, τη Eurovision και τις σιδερώστρες.

YΓ. Είμαι πολύ χαρούμενος που, στην Ελλάδα τουλάχιστον, εισακούστηκε η προσευχή της πρώτης κυρίας που μιλάει στο Jesus, You Know και οι παρουσιαστές των εκπομπών ανθρώπινου περιεχομένου (Μικρούτσικος, Ράγιου, κ.α.) που ήταν τόσο της μόδας την προηγούμενη δεκαετία, ξέπεσαν και ως Fallen TV-Stars μπορούν πλέον να μπουν οριστικά στην κατηγορία των Corps Sacrifiés. Δυστυχώς δεν ξέρω τι απέγιναν οι παραγωγοί τους, για τους οποίους η κυρία αυτή επίσης προσευχήθηκε και ζήτησε από τον Θεό να τους στείλει φώτιση να σταματήσουν να φτιάχνουν αυτές τις εκπομπές που κάνουν τόσα σπίτια τόσο απίστευτα δυστυχισμένα.

Syllas Tzoumerkas - Thessaloniki Film Festival Ulrich Seidl retrospective edition, 2011